Πώς η κρεμλινική ρητορική περί «γενοκτονίας» μετατρέπεται σε εργαλείο επιρροής
Στην Κύπρο ενεργοποιείται ένα νέο κύμα ρωσικής ιστορικοπολιτικής ρητορικής. Ο πυρήνας του είναι η μετατόπιση της προσοχής από την ευθύνη για τον σύγχρονο πόλεμο κατά της Ουκρανίας προς την αυτοπαρουσίαση ως «θύματος γενοκτονίας». Η εκκίνηση αυτής της εκστρατείας συνδέεται με τη λεγόμενη «Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων της Γενοκτονίας του Σοβιετικού Λαού», που στη ρωσία τιμήθηκε στις 19 Απριλίου. Η κορύφωση αναμένεται στις 9 Μαΐου.
Αυτό το αφήγημα αποτελεί μέρος μιας στοχευμένης πολιτικής πληροφόρησης, η οποία συνδυάζει την παραποίηση ιστορικών ερμηνειών, νομοθετικές πρωτοβουλίες και την προώθηση αφηγήσεων στο εξωτερικό υπό το πρόσχημα πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Η χρήση του όρου «γενοκτονία» στον επίσημο ρωσικό λόγο επιχειρείται να μεταφερθεί στο παρόν. Στον δημόσιο χώρο διακινούνται κείμενα που επικαλούνται τραγωδίες του παρελθόντος, συνδέοντάς τες με το σημερινό πολιτικό πλαίσιο και επιχειρώντας να δικαιολογήσουν ηθικά τις ενέργειες της ρωσίας μέσω συγκρίσεων με τον αγώνα κατά του ναζισμού.
Τυπικά γίνεται λόγος για τιμή προς τα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων. Ωστόσο, σε αυτά τα μηνύματα η ρωσία προβάλλει τον εαυτό της ως θύμα «γενοκτονίας», επιχειρώντας να μετατρέψει τον όρο σε πολιτικό εργαλείο.
Το βασικό πρόβλημα αυτής της ρητορικής έγκειται στη συνειδητή διεύρυνση του όρου «γενοκτονία». Σύμφωνα με τη Σύμβαση για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, γενοκτονία είναι οι εκ προθέσεως πράξεις με στόχο την καταστροφή συγκεκριμένης εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.
Η έννοια του «σοβιετικού λαού», στην οποία στηρίζεται η σύγχρονη ρωσική ερμηνεία, δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα κριτήρια. Πρόκειται για μια πολιτική κατασκευή που ένωνε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες χωρίς ενιαία ταυτότητα, η οποία να εμπίπτει στον ορισμό της Σύμβασης.
Η μαζική χρήση του όρου «γενοκτονία» εκτός του νομικού του πλαισίου οδηγεί ουσιαστικά σε αποδυνάμωση του περιεχομένου του. Τα περισσότερα εγκλήματα των ναζί στην επικράτεια της ΕΣΣΔ ταξινομήθηκαν από διεθνή δικαστήρια ως εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αλλά όχι ως γενοκτονία.
Η κρατική δούμα της ρωσικής ομοσπονδίας υιοθέτησε νόμο που ποινικοποιεί την άρνηση της λεγόμενης «γενοκτονίας του σοβιετικού λαού». Οι αρχές διαμορφώνουν παράλληλα μια νέα υποδομή μνήμης — μεταξύ άλλων, στο χώρο του πρώην Μουσείου Ιστορίας του Γκουλάγκ, όπου μια νέα έκθεση θα συνδέει άμεσα τα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τη λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση».
Κρίσιμη παράμετρος είναι το κοινό-στόχος. Η κύρια έμφαση δίνεται σε παιδιά και νέους. Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας αντίληψης της ιστορίας, στην οποία η σύγχρονη επιθετικότητα παρουσιάζεται ως συνέχεια της «πάλης κατά του ναζισμού».
Η ρητορική που προωθεί το ρωσικό κράτος μέσω διπλωματικών διαύλων, πολιτιστικών κέντρων και μέσων ενημέρωσης βασίζεται σε ορισμένους κεντρικούς άξονες.
Πρώτον, η μονοπώληση του καθεστώτος του θύματος: η Σοβιετική Ένωση παρουσιάζεται ως ο κύριος φορέας του πόνου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ αποσιωπάται ο ρόλος του σταλινικού καθεστώτος, οι εκτοπίσεις ολόκληρων λαών και οι εσωτερικές καταστολές.
Δεύτερον, η θεσμοθέτηση του όρου «γενοκτονία του σοβιετικού λαού» σε επίπεδο νόμων και δικαστικών αποφάσεων, δημιουργώντας βάση για περαιτέρω πολιτικές ερμηνείες.
Τρίτον, η εξαγωγή αυτού του αφηγήματος στο εξωτερικό. Μέσω δράσεων όπως η «Αθάνατη Φρουρά», πολιτιστικών εκδηλώσεων και της δραστηριότητας ρωσικών κέντρων, προωθείται μια απλουστευμένη και συναισθηματικά φορτισμένη εκδοχή της ιστορίας, που απευθύνεται στη συλλογική μνήμη και στα σύμβολα της νίκης.
Ξεχωριστό στοιχείο αυτής της στρατηγικής αποτελεί η ταύτιση του όρου «σοβιετικός» με το «ρωσικός». Με αυτόν τον τρόπο αποσιωπάται το γεγονός ότι ο «σοβιετικός λαός» περιλάμβανε εκατομμύρια Ουκρανούς, Λευκορώσους και εκπροσώπους άλλων εθνικοτήτων, που αποτελούσαν σημαντικό μέρος του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος αντιστάθηκε στον ναζισμό.
Η επαναλαμβανόμενη αναπαραγωγή αυτών των στρεβλών αντιλήψεων δημιουργεί το υπόβαθρο για λανθασμένα συμπεράσματα: ότι η ρωσία —και όχι η Σοβιετική Ένωση— ήταν ο κύριος αντίπαλος του ναζισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι δήθεν συνεχίζει αυτή τη μάχη σήμερα. Σε αυτή τη διαστρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας, οι Ουκρανοί παρουσιάζονται ως ναζιστές σήμερα και ως συνεργάτες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παράλληλα παρατηρείται αναθεώρηση βασικών ιστορικών πλαισίων. Αντί του καθιερωμένου όρου «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», στη ρωσία χρησιμοποιείται η έννοια του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου», με έναρξη το 1941 αντί του 1939. Αυτό επιτρέπει την αποσιώπηση της αρχικής φάσης του πολέμου και της ευθύνης της Σοβιετικής Ένωσης, σε συνδυασμό με τη ναζιστική Γερμανία, για την έναρξή του.
Αξίζει να σημειωθεί και η επιλεκτικότητα της ιστορικής μνήμης. Στον δημόσιο λόγο της ρωσίας απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό η αναφορά στις εκτοπίσεις Τσετσένων, Τατάρων της Κριμαίας, Καλμίκων και άλλων λαών κατά τη σταλινική περίοδο, καθώς και στις διώξεις ολόκληρων εθνοτικών ομάδων — μεταξύ αυτών και η εκτόπιση των Ελλήνων της Κριμαίας το 1944, μια πράξη αναγκαστικής εθνοκάθαρσης από το σταλινικό καθεστώς.
Αυτά τα επεισόδια σπάνια εντάσσονται στην επίσημη ιστορική πολιτική, διαμορφώνοντας μια μονοδιάστατη, αλλά «βολική» για την εξουσία εικόνα του παρελθόντος.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι δράσεις στο εξωτερικό. Στην Κύπρο, ρωσικές οργανώσεις ενσωματώνουν αυτά τα αφηγήματα στον δημόσιο χώρο μέσω μαζικών εκδηλώσεων, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, καθώς και μέσω στοχευμένης προσέγγισης της νεολαίας.
Τυπικά, οι εκδηλώσεις αυτές παρουσιάζονται ως προσπάθεια διατήρησης της μνήμης. Στην πράξη, συνοδεύονται από πολιτικά μηνύματα που ευθυγραμμίζονται με την επίσημη θέση της μόσχας και αποσπούν την προσοχή από τις τρέχουσες ενέργειες της ρωσίας στην Ουκρανία, οι οποίες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, φέρουν ενδείξεις γενοκτονίας.